Βλεφαρίδες: Πού οφείλεται η απώλειά τους

Οι βλεφαρίδες δεν είναι ένα διακοσμητικό του προσώπου. Προστατεύουν τα μάτια από τα αιωρούμενα σωματίδια που μπορεί να εμποδίσουν την όραση ή να προκαλέσουν τραυματισμό ή λοίμωξη. Οι βλεφαρίδες αναπτύσσονται, πέφτουν και αντικαθίστανται με έναν φυσικό κύκλο που διαρκεί 6-10 εβδομάδες.

Είναι φυσιολογικό να χάνει ένας άνθρωπος μία έως πέντε βλεφαρίδες την ημέρα. Μερικές φορές όμως παρατηρείται πολύ μεγαλύτερη απώλεια, η οποία επιστημονικά είναι γνωστή ως μαδάρωση. Η μαδάρωση μπορεί να αποτελεί σύμπτωμα ενός υποκείμενου νοσήματος στα μάτια ή σε άλλο σημείο του σώματος.

Μπορεί, επίσης, να σχετίζεται με λοιμώξεις, διατροφικές διαταραχές, λήψη φαρμάκων και πολλούς άλλους παράγοντες.

«Η χρήση ψεύτικων βλεφαρίδων και προϊόντων μακιγιάζ που δεν αφαιρούνται σωστά κάθε βράδυ, καθώς και τα ψαλιδάκια περιποίησης βλεφαρίδων μπορεί να προκαλέσουν βλάβες.
Η ηλικία είναι ένας άλλος σημαντικός παράγοντας κινδύνου για πτώση των βλεφαρίδων. Καθώς μεγαλώνουμε, τα μαλλιά γενικώς αρχίζουν να γίνονται πιο λεπτά και ξηρά, και ο ρυθμός απώλειάς τους μπορεί να επιταχυνθεί.
Yπάρχουν επίσης ορισμένα φάρμακα που μπορεί να προκαλέσουν ως ανεπιθύμητη ενέργεια πτώση των βλεφαρίδων. Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται ορισμένα αντιπηκτικά, ορισμένα φάρμακα για τη ρύθμιση της χοληστερόλης, κάποια σκευάσματα για τον θυρεοειδή, φάρμακα για τη νόσο Πάρκινσον.
Λιγότερο συχνές αιτίες πτώσης των βλεφαρίδων είναι η χρόνια κριθή (κριθαράκι) και το χαλάζιο.
Μερικές φορές η πτώση των βλεφαρίδων αποτελεί ένδειξη προβλήματος στον θυρεοειδή αδένα και συνοδεύεται από τριχόπτωση στο κεφάλι και στα φρύδια. Το σύμπτωμα αυτό μπορεί να προκαλέσουν τόσο ο υποθυρεοειδισμός, όσο και ο υπερθυρεοειδισμός.
Γενικευμένη απώλεια των βλεφαρίδων, μαζί με απώλεια μαλλιών και φρυδιών, μπορεί να προκαλέσει και η αλωπεκία, ορισμένες χρόνιες φλεγμονώδεις νόσοι (π.χ. ψωρίαση, δισκοειδής ερυθηματώδης λύκος κτλ), το χρόνιο στρες, διατροφικές ανεπάρκειες (π.χ. ανεπάρκεια ψευδαργύρου, βιοτίνης ή σιδήρου), ορμονικές αλλαγές (π.χ. στην εμμηνόπαυση) και ορισμένες θεραπείες για τον καρκίνο (π.χ. χημειοθεραπεία).