«Το οδικό δίκτυο της Αθήνας έχει φτάσει τα επίπεδα κορεσμού» λέει o πολιτικός μηχανικός – συγκοινωνιολόγος, M.Sc. πρώην Πρόεδρος του Συλλόγου Ελλήνων Συγκοινωνιολόγων Γιάννης Χανδάνος.
Ad - Διαφήμιση
Ένα ερώτημα έρχεται εύλογα στο μυαλό όλων των πολιτών που χρησιμοποιούν τους τέσσερις τροχούς για να μετακινηθούν: ποια είναι η λύση για να ξεμπλοκάρουν οι δρόμοι; Ο κ. Χανδάνος απαντάει με σαφή τρόπο. «Η βελτίωση του Συγκοινωνιακού Συστήματος της Αθήνας, όπως και κάθε πόλης δεν προκύπτει από κάποια μαγική λύση, αλλά μέσα από το συνδυασμό μέτρων και παρεμβάσεων, απλών στη σύλληψη και στη λογική».
Tο οδικό δίκτυο της Αθήνας είχε φτάσει τα επίπεδα κορεσμού, εμφανίζοντας έντονα κυκλοφοριακά προβλήματα και αιχμές που δεν περιορίζονταν μόνο σε κάποια πρωινή ή απογευματινή ώρα και σε κάποιους κύριους οδικούς άξονες, αλλά επεκτεινόταν σε περιόδους 2ωρης ή και 3ωρης πρωινής αλλά και μεσημεριανής και απογευματινής αιχμής.
Και φυσικά η αιχμή αυτή επεκτεινόταν πέρα από το κύριο δίκτυο και μέσα στο τοπικό δίκτυο, στη γειτονιά, στην περιοχή κατοικίας.
Αμέσως μετά, με την έναρξη της οικονομικής κρίσης και κυρίως κατά την περίοδο 2010-2014, οι μετακινήσεις επηρεάστηκαν σημαντικά. Ο ρυθμός ανάπτυξης άρχισε να τρέχει με αρνητικό πρόσημο, μειώνοντας κατ’ αναλογία την κίνηση των ΙΧ και σε πολλαπλάσιο βαθμό τη κίνηση των βαρέων οχημάτων (φορτηγών) που επιβαρύνουν σημαντικά την κυκλοφορία. Αποτέλεσμα ήταν να υπάρχει μια σχετική «ανακούφιση» της κυκλοφορίας. Δυστυχώς την περίοδο αυτή, δεν υπήρξε δυνατότητα ανάπτυξης σημαντικών υποδομών αλλά κυρίως δεν ελήφθησαν και άλλα σημαντικά μέτρα διαχείρισης τόσο της ζήτησης όσο και της υποδομής.
Ως εκ τούτου από το 2015 και μετά που ο ρυθμός ανάπτυξης άρχισε να παίρνει θετικό πρόσημο, η κυκλοφορία άρχισε πάλι να αυξάνεται, με αποτέλεσμα την εικόνα που έχουν σήμερα οι δρόμοι και η οποία θα επιδεινωθεί αν δεν ληφθούν κάποια μέτρα.
Η βελτίωση του Συγκοινωνιακού Συστήματος της Αθήνας, όπως και κάθε πόλης δεν προκύπτει από κάποια μαγική λύση, αλλά μέσα από το συνδυασμό μέτρων και παρεμβάσεων, απλών στη σύλληψη και στη λογική.
Είναι προφανές ότι η απάντηση στο ερώτημα «αν θέλουμε να μπορούμε να χρησιμοποιούμε το Ι.Χ. μας για οποιαδήποτε μετακίνηση», είναι φυσικά “Ναι!”». Η ίδια απάντηση θα δινόταν και στο ερώτημα «αν θέλουμε να περιορίσουμε την επιρροή της κυκλοφορίας των Ι.Χ. στο περιβάλλον και στην κλιματική αλλαγή που επέρχεται στον πλανήτη», όπως και στο ερώτημα «αν θέλουμε ένα αστικό περιβάλλον στο οποίο μια μητέρα με το καροτσάκι της ή ένας ηλικιωμένος ή ένα άτομο με αναπηρία ή ένας ποδηλάτης, να μπορεί να μετακινηθεί με άνεση και ασφάλεια».

Η πόλη της Αθήνας χρειάζεται όραμα για να δώσει λύσεις. Ένα όραμα που να βασίζεται στο σχήμα «αποτελεσματικότητα – ασφάλεια – περιβάλλον – ισότητα» και σε μια προσέγγιση ανθρωποκεντρική. Να έχει δηλαδή ως κύριο σημείο αναφοράς το μετακινούμενο πολίτη και τη συνολική εξυπηρέτηση της μετακίνησής του και όχι τα οχήματα. Η λύση του κυκλοφοριακού δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με βάση την παρωχημένη λογική της διευκόλυνσης ροής περισσότερων Ι.Χ., αλλά με βάση τη διευκόλυνση της εξυπηρέτησης όσο το δυνατόν περισσότερων προσώπων.
Η ευρωπαϊκή εμπειρία έχει αποδείξει ότι δεν υπάρχει μία και μοναδική λύση για την αποσυμφόρηση των πόλεων, αλλά σίγουρα η εκλογίκευση της χρήσης του ΙΧ αποτελεί σημαντικό μέρος της λύσης. Μέτρα που μπορούν να συμβάλλουν σε αυτό είναι από τη μια οι περιορισμοί της κυκλοφορίας και από την άλλη η τιμολόγηση της χρήσης της οδικής υποδομής.
Αλληλένδετος στόχος είναι η αναβάθμιση της υποδομής και λειτουργίας των ΜΜΜ για την εξυπηρέτηση των κατοίκων της Αθήνας, ώστε να αποτελεί μια ανταγωνιστική εναλλακτική λύση μετακίνησης σε σχέση με το ΙΧ. Επιπλέον η προώθηση των ΜΜΜ προωθεί την κινητικότητα σε μαζικό επίπεδο, ενώ πρόκειται για περιβαλλοντικά φιλικότερα μέσα.
Η απόδοση χώρου στις ήπιες μορφές μετακίνησης με τη δημιουργία χώρων πρασίνου, την αναβάθμιση των πεζοδρομίων και τη δημιουργία χώρων ήπιας κυκλοφορίας και ποδηλατοδρόμων θα δημιουργήσουν μια πιο ανθρώπινη πόλη, συμβάλλοντας σημαντικά στην περιβαλλοντική εξισορρόπηση της Αθήνας.









