Το Συμβούλιο Της Επικρατείας ( Δ’ Τμήμα ) με τις υπ’ αρ . 2260/2025 και 2261/2025 αποφάσεις του έκρινε το ζήτημα της νομικής φύσεως των σύγχρονων μορφών χρηματοδοτικών ιδρυμάτων , όπως είναι τα funds , οι servicers και οι εταιρείες ειδικού σκοπού . Οι άνω αποφάσεις δεν τα χαρακτηρίζουν χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και παρέπεμψαν το πολύ σοβαρό αυτό ζήτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαικής Ένωσης ( ΔΕΕ ) για προδικαστική κρίση .
Ad - Διαφήμιση
Μάλιστα η Ένωση Εταιρειών Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια – ΕΔΑΔΠ η οποία έχει μέλη εταιρείες όπως η do Value , η Cepal , η intrum , η Quant και άλλες , που δραστηριοποιούνται στον κλάδο διαχείρισης δανείων προσέφυγαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας για ν’ ακυρώσουν κυρώσεις που τους επέβαλε η Τράπεζα της Ελλάδος , όπως της απαγόρευσης άσκησης καθηκόντων για δύο έτη και του χρηματικού προστίμου χρησιμοποιώντας ως νομικές βάσεις διατάξεις του κυρωτικού συστήματος του ν. 4261/2014 (ο οποίος ενσωμάτωσε στην εθνική έννομη τάξη την οδηγία 2013/36), οι οποίες αφορούν τα χρηματοδοτικά ιδρύματα, κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 1 σημείο 26 του Κανονισμού 575/2013, χωρίς όμως να υφίσταται τέτοια ρητή παραπομπή από το ν. 4354/2015. Η εφαρμογή του κυρωτικού συστήματος για τα χρηματοδοτικά ιδρύματα και επί των ΕΔΑΔΠ οφείλεται, κατά τους ισχυρισμούς της Τράπεζας της Ελλάδος, στον χαρακτηρισμό από το νομοθέτη, με το άρθρο 69 παρ. 1 του ν. 4549/2018, “προς άρση κάθε αμφιβολίας”, των ΕΔΑΔΠ ως χρηματοδοτικών ιδρυμάτων (του άρθρου 4 παρ. 1 σημείο 26 του Κανονισμού 575/2013).
Το προκαταρκτικό ζήτημα που ανέκυψε συναφώς, και εξετάσθηκε αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, ήταν εάν αυτός ο νομοθετικός χαρακτηρισμός των ΕΔΑΔΠ ως χρηματοδοτικών ιδρυμάτων (συνεπεία του οποίου εφαρμόσθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδας το κυρωτικό σύστημα που αφορά τα χρηματοδοτικά ιδρύματα και επί των ΕΔΑΔΠ) ήταν ορθός. Και τούτο διότι σε περίπτωση που ο εν λόγω χαρακτηρισμός δεν είναι ορθός οι ανωτέρω ένδικες κυρώσεις θα πρέπει να ακυρωθούν ελλείψει νόμιμης βάσης.
Το Δικαστήριο αφού ερμήνευσε διατάξεις του Κανονισμού 575/2013, της Οδηγίας 2013/36, αλλά και της Οδηγίας 2021/2167 για τους διαχειριστές πιστώσεων και τους αγοραστές πιστώσεων (με την οποία θεσπίσθηκε, το πρώτον, ένα ενωσιακό πλαίσιο διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων δανείων), κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ΕΔΑΔΠ – οργανωμένες από το ν. 4325/2015 ως εταιρείες «ειδικού και αποκλειστικού σκοπού» και δυνάμενες να ασκήσουν μόνο τις προβλεπόμενες στο νόμο δραστηριότητες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις (νομική και λογιστική παρακολούθηση, είσπραξη, διενέργεια διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων, σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών) χωρίς καμία ανάληψη πιστωτικού κινδύνου- δεν ασκούν δραστηριότητα στον τομέα των τραπεζικών και χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως «χρηματοδοτικά ιδρύματα» κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 1 σημείο 26 του Κανονισμού 575/2013, ώστε να δύναται αυτομάτως, λόγω και μόνο του χαρακτηρισμού αυτού, να τεθεί σε εφαρμογή, σε βάρος των ΕΔΑΔΠ και των μελών των διοικητικών τους συμβουλίων, το κυρωτικό σύστημα του ν. 4261/2014 που αφορά τα χρηματοδοτικά ιδρύματα.
Ενόψει όμως του ότι η ερμηνεία των σχετικών ενωσιακών διατάξεων δεν είναι απαλλαγμένη κάθε εύλογης αμφιβολίας το Δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα προς το ΔΕΕ περί του εάν δύναται να θεωρηθεί ως «χρηματοδοτικό ίδρυμα», κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 26 του Κανονισμού 575/2013, εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, διεπόμενη, κατά τον κρίσιμο χρόνο από διατάξεις εθνικού νόμου (του ν. 4354/2015) κατόπιν παροχής ειδικής αδείας από την Τράπεζα της Ελλάδος και υπό την εποπτεία της, η οποία α) δραστηριοποιείται μόνο στον τομέα αυτό (διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) ως εταιρεία “ειδικού και αποκλειστικού σκοπού”, και β) ασκεί κατά το νόμο μόνο δραστηριότητες συναπτόμενες με πράξεις διαχείρισης απαιτήσεων, χωρίς καμία ανάληψη πιστωτικού κινδύνου.»








